Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ο θαλασσοπόρος





'Εχω ένα καράβι, τόσο, με πανιά,
θάλασσες αφήνει, θάλασσες περνά.

Άφωνος στον κίνδυνο και θαλασσομάχος,
ταξιδεύω σχίζοντας πέλαγα μονάχος.

Στου περιβολιού μας τη δεξαμενή,
τα νερά τους σμίγουν πέντε ποταμοί!

 Γύρω περιμένουν στις ακτές οι κάβοι
δίπλα τους ν' αράξει τ' άσπρο μου καράβι.

Στην Iνδία, στο Bόλγα, στο Mισσισσιππή
τρέχει το καράβι μου, πάει αστραπή.

(ο) θαλασσοπόρος: αυτός που κάνει µακρινά θαλάσσια ταξίδια. 

(ο) θαλασσοµάχος: αυτός που παλεύει µε τα κύµατα της θάλασσας· έµπειρος ναυτικός.
(οι) κάβοι: ακρωτήρια.
(τα) πολυτρίχια: φυτά µε πολύ µακριά και λεπτά φύλλα που µοιάζουν µε τρίχες.

βάζω πλώρη: ξεκινώ για κάπου.

Το φεγγάρι μέσα απ' το πυκνό πλατάνι
στα ταξίδια του όλα συντροφιά μού κάνει.

Προς τα πολυτρίχια, λίγο παρακεί,
το τιμόνι αν στρίψω, να η Aμερική.

Πίσω απ' του κισσού μας τη χλωρή κουρτίνα,
έγια μόλα, βάζω πλώρη για την Kίνα.

Tο Σουέζ, την Πόλη και τον Παναμά,
ως να με φωνάξει για φαΐ η μαμά.
Pίτα Mπούμη-Παπά



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου